Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

Άπειρος Χώρα


Από το αρχείο του περιοδικού << Άρδην>, τεύχος 50 αναδημοσιεύουμε κείμενο του συγχωριανού μας, Θεόδωρου Παντούλα.

 Μεγάλωσα στη χαβούζα της Αθήνας. Όχι όμως μπροστά στην οθόνη. Υπήρχαν ακόμη γειτονιές. Κι αλάνες. Νύχτωνε για να μαζευτούμε σπίτι. Μας περίμεναν ιώδια και φρεσκοτηγανισμένες πατάτες. Φρεσκοκομμένες –όχι κατεψυγμένες. Πολλές φορές πατάτες από το χωριό. Τότε είχαμε όλοι χωριό. Εσωτερικοί μετανάστες οι γονείς μας. Πότε τα Χριστούγεννα, πότε τη Λαμπρή, πότε το καλοκαίρι, πότε όλα μαζί, πηγαίναμε στους γενέθλιους τόπους τους. Η μάνα μου ήταν από την Κλειτορία Καλαβρύτων, τα Μαζέικα. Ευλογημένο μέρος, με νερά και δροσιές. Ο πατέρας μου Ηπειρώτης από τα Μελιανά Πρεβέζης – Μικρή Λάκκα Σούλι, ο φτωχότερος τόπος της φτωχότερης ευρωπαϊκής περιφέρειας. Όμορφη η Αχαΐα. Σκληρή η Ήπειρος. Κάποτε οι άνθρωποι δεν ήσαν ίδιοι. Μίλαγαν διαφορετικά, έτρωγαν διαφορετικά, φερόντουσαν διαφορετικά.
Εγώ ήμουν διγενής. Ηπειρώτης εκ προαιρέσεως. Όχι εκ γενετής. Στην Ήπειρο πρωτάκουσα κλαρίνο, στο πανηγύρι της Παναγιάς και σε κάτι μικρά δισκάκια, πλάκες τα έλεγαν, που έπαιζαν συνεχώς στα σπίτια όσων είχαν μετανάστες στη Γερμανία, σχεδόν όλο το χωριό δηλαδή. Εκεί είδα και τους συγγενείς, τους φίλους και τους συγχωριανούς, ντόπιους και ξενιτεμένους, να χορεύουν. Μα κι έξω από το χωριό, ό,τι γιορτή και να ήταν, οι Ηπειρώτες θα χόρευαν τα δικά τους. Χωρίς να χαζογελάνε. Πιασμένοι χέρι-χέρι. Μ’ ένα περήφανο παράπονο. Αμίλητοι, δίχως πόζα, με σιωπηλή εσωτερικότητα κι απροσποίητη αρχοντιά. Με απροσκύνητη πίκρα. Χωρίς να σκύβουν το κεφάλι.
Οι Ηπειρώτες, όταν χορεύουν, οδυνώνται με ταπεινή αξιοπρέπεια. «Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο». Να κάνουν ζάφτι τον σεβντά. Ο πρωτοχορευτής τινάζεται, αιωρείται αβίαστα το τσάκισμά του, ξεδιπλώνει καημό. Πονά όλο του το σώμα. Δεν τον οικτίρεις όμως, τον σέβεσαι. Χτυπά τη γη ν’ ανοίξει να τον καταπιεί ή ν’ ακούσουν οι απόντες. Οι υπόλοιποι παραστέκονται, συμπάσχουν με εκφραστική λιτότητα κι ένταση. Τελειώνει ο χορός κι επιστρέφουν στις θέσεις τους. Χωρίς παλαμάκια. Δεν χειροκροτείται ο ειλικρινής πόνος. Δεν μιλάνε. Θολώνουν τα βλέμματα. Τσουγκρίζουν τα ποτήρια. Να κουλαντρίσει το σεκλέτι με κρασί, να γειάνει τον πόνο. Κι αν δεν τον γειάνει, να τον μαλακώσει. Εάν το ύφος είναι ήθος, το ήθος της Ηπείρου είναι η ανεπιτήδευτη λεβεντιά. Οι γυναίκες δεν χορεύουν τέτοιους χορούς. Προστατεύονται –ίσως θεωρείται απρεπές να εκθέσουν τον πόνο τους ενώπιον όλων.
Δεν πολυκαταλάβαινα μικρός τι δουλειά έχουν τα μοιρολόγια στις γιορτές τους. «Τα όργανα βαρούν και γι’ αυτούς που λείπουν», μου εξήγησε ο πάππος μου ο Περικλής, καλή του ώρα. Βαρούν γι’ αυτούς που λείπουν –ζωντανούς κι αποθαμένους– εννόησα χρόνια αργότερα.
Χόρεψα μ’ όλη την πρωτευουσιάνικη αδεξιότητά μου μαζί τους σε πανηγύρια και συνάξεις γιορτινές. Με τίμησαν με την ανυστερόβουλη αγάπη τους και μου ’μαθαν ν’ αφήνω χώρο στην απουσία. Ν’ αφήνω κι ένα παραπανίσιο ποτήρι κρασί στο τραπέζι.
Οι μη Ηπειρώτες δεν τα καταλάβαιναν αυτά. Και τι να καταλάβουν, δηλαδή; Ο μισεμός για τα ξένα δεν ήταν πια ευλογιά, αλλά ευλογία. Η μισή Ελλάδα στριμωχνόταν ανυποψίαστα στην πρωτεύουσα, κι όταν δεν ξεσάλωνε στα σκυλάδικα, πνιγμένη σε μια θάλασσα ουίσκι, θυμόταν τη σκούφια της με νεοδημοτικές αθλιότητες και νεοπλουτικό λουλουδοπόλεμο. Όσο για τον μισεμό στον άλλο κόσμο, αυτός έπαψε να είναι υπόθεση των οικείων σου και τον ανέλαβαν επαγγελματίες τελετάρχες. Αυτοί οι νεωτερισμοί δεν είχαν φτάσει στην Ήπειρο. Ακόμα και στους γάμους, μπροστά απ’ τα προικιά πήγαινε ο σταυρός με τα ρόδια και η σημαία της μητρυιάς πατρίδας. Πίσω τα όργανα και όλο το χωριό. Στην εκκλησιά οι γριές ξεστράτιζαν για το κοιμητήριο. «Παντρεύεται η θυγατέρα του Κωτσοπάνου» ενημέρωναν τους δικούς τους. Κι όταν ο γαμπρός ήταν ξενομερίτης, οι συγγενείς τους μας κοίταζαν περίεργα. Ο Κωτσοπάνος, πεθαμένος από χρόνια, αλλά ένα τραγούδι του το λέγαμε μέρα που ήταν. Κι οι χωροφύλακες του υπαρκτού σουρεαλισμού απειλούσαν με συλλήψεις. «Κώτσο, σε θέλει ο βασιλιάς». Ποινικοποιήθηκε το κέφι μας και ο σεβντάς μας. «Δέλβινο και Τσαμουριά δεν τ’ αφήνω τα παιδιά / θα γενούν ελληνικά». Να ακούν και πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα του υπαρκτού σοσιαλισμού τα δικά μας τα παιδιά. Κι αυτά, των Τζαβελαίων φύτρα.
Μετά ήρθε η τηλεόραση κι ο κατεστημένος συμπλεγματικός ευρωεπαρχιωτισμός και άλωσαν αναίμακτα τις μικρές μας πατρίδες. Η αγορά θέλει καταναλωτές, όχι χορευτές.
Όταν ξεσκόλισα, σταμάτησα να τα χορεύω.
Άρχιζα να τα παίζω στο ραδιόφωνο.
Κάποτε σταμάτησα και να τα ακούω. Θέλουν τον δικό τους χώρο και χρόνο ν’ ακουστούν αυτά τα τραγούδια.
Έψαξα και τις διαστάσεις τους στη σύγχρονη δισκογραφία. Για να ξεδιψάσεις όμως, θες νερό, όχι φωτογραφία της πηγής του. Δεν το ήξερα τότε.
Θα το μάθαινα αργότερα, σιχτιρίζοντας την μπαλετοποίηση μιας σπουδαίας μουσικοχορευτικής παράδοσης, στο όνομα της οποίας τσιμπολογούσαν πτυχιούχοι χοροδιδάσκαλοι και ακαμάτηδες μουσικοί.
Για να αποδομηθούν τα έθνη, γινόταν μόδα το έθνικ.
Πριν από λίγο καιρό πήγα σε μια συνεστίαση απόδημων Ηπειρωτών. Ξεκίνησαν: «Ξενιτεμένο μου πουλί»… Ξένος σε ξένο τόπο κι εγώ. Αναθάρρησα. Κάπου εδώ έχω γνωστούς.
Πάλι δεν χόρεψα. Καμάρωσα τον μεγάλο μου γιο, παλικαράκι εννιάχρονο, να τα χορεύει με την αρμόζουσα συστολή. Αναπαύθηκαν τα πεθαμένα μου.
Ελπίζω κάποτε ν’ αξιωθώ να του κρατήσω το μαντήλι.